επιτελικός

-ή, -ό
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο επιτελείο (α. «επιτελικός χάρτης» β. «επιτελική υπηρεσία» γ. «επιτελικές ασκήσεις»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επιτελής. Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στην εφημερίδα Εφημερίς].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επιτελικός — ή, ό που ανήκει ή αναφέρεται στο επιτελείο, που είναι του επιτελείου: Επιτελικός χάρτης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ιορδανίδης, Γεώργιος — (Κωνσταντινούπολη 1902 – Αθήνα 1978). Στρατιωτικός και μηχανικός. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Παρίσι και ακολούθησε στρατιωτικές σπουδές στη Σχολή Ευελπίδων και σε άλλες ανώτερες σχολές. Αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του αντιστρατήγου (1960).… …   Dictionary of Greek

  • Μάρσαλ, Τζορτζ Κάτλετ — (George Cutlet Marschall, Γιούνιονταουν, Πενσιλβάνια 1880 – Ουάσινγκτον 1959). Αμερικανός στρατηγός και πολιτικός. Φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή της Βιρτζίνια και διακρίθηκε ως επιτελικός αξιωματικός στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο. Από το 1939 έως το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.